
Ορισμός
Ως υπερθυρεοειδισμός ορίζεται η κατάσταση ανεξέλεγκτης αυξημένης παραγωγής και έκκρισης των θυρεοειδικών ορμονών Τ3 και Τ4 από το θυρεοειδή αδένα, που έχει σαν αποτέλεσμα την επιτάχυνση όλων των μεταβολικών λειτουργιών του οργανισμού.
Συμπτώματα
Η υπέρμετρη παράγωγη των θυρεοειδικών ορμονών εκδηλώνεται κλινικά με ποικίλα συμπτώματα, ανάλογα με τη βαρύτητα του υπερθυρεοειδισμού:
- Ανεξήγητη απώλεια βάρους
- Συχνές και μαλακές κενώσεις, διάρροιες
- Ταχυκαρδία
- Άγχος, αϋπνία, τρέμουλο, νευρικότητα
- Έντονη εφίδρωση, δυσανεξία στη ζέστη
- Τριχόπτωση
- Ανωμαλίες έμμηνου ρήσης
- Εξόφθαλμος με διαταραχές της όρασης, σε περίπτωση νόσου Graves με συνοδό ενδοκρινική οφθαλμοπάθεια
Διάγνωση
Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με τη διενέργεια εργαστηριακού ελέγχου που καταδεικνύει τα μειωμένα, πολλές φορές μη ανιχνεύσιμα επίπεδα της TSH και κατά κανόνα την αύξηση των περιφερικών θυρεοειδικών ορμονών fT3 και fT4 εκτός των φυσιολογικών ορίων. Κατά τη διερεύνηση του υπερθυρεοειδισμού διενεργείται επίσης η μέτρηση της τιμής των αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων έναντι της θυρεοσφαιρίνης (thyroglobulin, TG), της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (thyroid peroxidase, TPO), καθώς και του υποδοχέα της TSH (TSH receptor, TR), που είναι τυπικά για τη νόσο Graves. Παράλληλα απαραίτητη είναι η διενέργεια ενός υπερηχογραφήματος του θυρεοειδούς αδένα, ενώ σε μερικές περιπτώσεις χρειάζεται και το σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς (θερμοί όζοι?)
Αιτιολογία
Η συχνότερη αιτία υπερθυρεοειδισμού είναι η νόσος Graves, μια αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια, που οφείλεται στη σύνθεση αυτοαντισωμάτων που πυροδοτούν τη σύνθεση και έκκριση των θυρεοειδικών ορμονών και συνοδεύεται συχνά από αλλοιώσεις του τύπου της ενδοκρινικής οφθαλμοπάθειας (εξόφθαλμος). Καθοριστικοί παράγοντες για την εξέλιξη και πρόγνωση της νόσου παίζουν το φύλο του ασθενούς, η ηλικία, το κάπνισμα, το μέγεθος του αδένα καθώς και η τιμή των ΤR αντισωμάτων. Εκτός από τη νόσο του Graves άλλες αιτίες υπερθυρεοειδισμού είναι τα αυτόνομα (τοξικά) αδενώματα, η πολυεστιακή αυτονομία, υποξείες ή επιλόχειες θυρεοειδίτιδες καθώς και η λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων, ενώ δεν είναι σπάνιος και ο ιατρογενής υπερθυρεοειδισμός από λανθασμένη ρύθμιση της θεραπείας υποκατάστασης με θυροξίνη σε υποθυρεοειδισμό.
Θεραπεία
Η θεραπεία βασίζεται στην καταστολή του αδένα και βελτίωση των συμπτωμάτων του ασθενούς με τη βοήθεια φαρμακευτικής αγωγής (θυρεοστατικά, συχνά σε συνδυασμό με β-αποκλειστές για βελτίωση της ταχυκαρδίας), η οποία θα πρέπει να παρακολουθείται και να τροποποιείται από τον θεράποντα ενδοκρινολόγο σε τακτά χρονικά διαστήματα. Με συνεπή λήψη της αγωγής και σε απουσία σημαντικών επιβαρυντικών παραγόντων η πιθανότητα ίασης μόνο με τη φαρμακευτική αγωγή είναι αρκετά καλή. Σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής ή υποτροπής της νόσου, μια οριστική αντιμετώπιση της πάθησης με τη βοήθεια της χειρουργικής θυρεοειδεκτομής ή με ραδιενεργό ιώδιο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη.